Ρ. Σ.

Παίζει ένα τζαζ κομμάτι. "Γαμημένος δίσκος, δεν θα τελειώσει ποτέ.." Έκανε να σηκωθεί μέσα στον ύπνο του, ζαλίστηκε και ξανάπεσε...

Παίζει ένα τζαζ κομμάτι. "Γαμημένος δίσκος, δεν θα τελειώσει ποτέ.." Έκανε να σηκωθεί μέσα στον ύπνο του, ζαλίστηκε και ξανάπεσε στην πολυθρόνα. Του ξέφυγε ένα ειρωνικό χαμόγελο. "Ρεμάλι". Κοίταξε το μισοσπασμένο ρολόι τοίχου που κρεμόταν απέναντι, 3 και κάτι πρέπει να έδειχνε. Δεν ξεχώριζε καλά τους αριθμούς. Το σπίτι βρομούσε από τις σβησμένες γόπες. Γόπες και φλιτζάνια καφέ. Κάθε φορά που άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στο μυαλό του άλλαζε κούπα. Πότε αυτή της Τζίνας, πότε την άλλη της Σάντρας ή της Κάθυ από την Αυστραλία. Μες τον πανικό του κάνα-δυο φορές είχε πάρει της μάνας του - "της μάνας του", της γριάς που τον μεγάλωσε μέχρι τα 16 πριν την παρατήσει κι αυτή για να ζήσει νέες μεγάλες περιπέτειες. Δεν μπορούσε αλλιώς. Είχε την δική του ιεροτελεστία στην κατάθλιψη. "Μια προσωπική ψυχανάλυση με καφεΐνη και στάχτη", έτσι την είχε ονομάσει. Δεν έπινε πια αλκοόλ. Ήθελε να είναι νηφάλιος να μπορεί να ανακαλεί ανα πάσα στιγμή κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια ξεκάθαρα. Τη θαμπάδα του ποτού την είχε βαρεθεί 2-3 χρόνια πριν.
Αυτή τη φορά έβαλε τα δυνατά του. Στηρίχτηκε με τα χέρια του στα χέρια της πολυθρόνας. Χέρι με χέρι κατάφερε να σηκωθεί. Έπρεπε να κλείσει το γαμημένο πικ-απ. Έκανε δυο βήματα και στάθηκε από πάνω για λίγο. Άναψε ένα μισο-σβησμένο τσιγάρο απο το τασάκι δεξιά και έμεινε λίγα δευτερόλεπτα μαγνητισμένος να ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη κυκλική πορεία που χάραζε η βελόνα πάνω στο βινύλιο. Τι στο διάβολο σκεφτόταν χθες βράδυ και ξετρύπωσε αυτή τη σάπια ανάμνηση.. Τράβηξε ξαφνικά, με μία ψύχραιμη μελετημένη κίνηση τη βελόνα πίσω. Γύρισε την πλάτη στο πικ-απ και ρούφηξε το τσιγάρο μέχρι το φιλτράκι απολαμβάνοντας τη σιγή. Έκαψε τα χείλη του. Δεν τον ένοιαξε. Ζάρωσε λίγο το αριστερό μάτι και αυτό ήταν όλο. Πέταξε την γόπα στην κούπα της Κάθυ.
"Ήμασταν μονίμως άφραγκοι,

μαζεύοντας τις εφημερίδες της Κυριακής

από τους σκουπιδοτενεκέδες της Δευτέρας.." μουρμούρισε τρεις στίχους από τον αγαπημένο της ποιητή "Τιμής Ένεκεν", ψευτοχαμογέλασε και έκανε να πάει στην κουζίνα. Αλήθεια τί μέρα ήταν; Πάτησε την καφετιέρα να ανάψει. Ψαχούλεψε λίγο στην τσέπη του, πάντα κάτι έβρισκε. Έτσι έπρεπε. Περιμένοντας άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Έριξε μια κλεφτή ματιά στην πόρτα, κάποιος είχε ανάψει το φως του διαδρόμου. Ακούστηκαν γέλια. Η Ρουμάνα απέναντι είχε πάλι πελάτη. "Να ζήσεις Γκρατιάνα!" - Του είχε χαρίσει όμορφες στιγμές, δεν την ξεχνούσε στις "νυχτερινές προσευχές" του - όποτε γίνονταν βέβαια πια, δεν είχε πλέον διάθεση. Του 'φερνε κι ένα πιάτο φαΐ μια στο τόσο.- Το φώναξε με δύναμη, έτσι νόμιζε δηλαδή, δεν του είχε απομείνει και πολλή. Ξερόβηξε και σοβάρεψε. Είχαν έρθει λογαριασμοί πάλι και σημειώματα "Αυτός ο κωλόγερος ζητάει τρία νοίκια μπροστά. Στο διάολο." Είχε ξεμείνει από φλιτζάνια, πήρε ένα ποτήρι και έβαλε όσο καφέ χωρούσε. Το πήρε και προχώρησε προς την μπαλκονόπορτα. "Πουτάνα νύχτα. Είσαι σαν έρωτας. Έρχεσαι μαγεύεις μα λίγο κρατάς." πρώτη φορά άκουσε τον εαυτό του να μελαγχολεί φανερά. Ξαφνιάστηκε. Ήπιε δυο γερές γουλιές με μια δόση απογοήτευσης. Κάηκαν τα σωθικά του. Αλλά ποιος έρωτας; Τί ήξερε αυτός από έρωτα; Αυτός δεν είχε ερωτευτεί ποτέ. Κοίταζε τις πολυκατοικίες απέναντι. Ο κόσμος είχε μάθει πλέον τις κουρτίνες. Δεν τους ένοιαζε να δώσουν λίγη χαρά στον απέναντι. "Ιδιωτική ζωή και αρχίδια", σκέφτηκε. Ήπιε λίγο καφέ έκλεισε τα παντζούρια και γύρισε στο σαλόνι -στην πολυθρόνα και το τραπεζάκι δηλαδή που είχε στηρίξει με τα χίλια ζόρια. Κάθισε κι έκανε να σβήσει το τσιγάρο στο τασάκι, γύρισε ανάποδα το τραπέζι. Δεν ταράχτηκε, μόνο όταν είδε την κούπα με το N σε τρία κομμάτια ανακάθισε και πήρε μια τελευταία βαθιά γουλιά καφέ μέσα του. Ακούμπησε το άδειο ποτήρι στο πάτωμα. Έκανε με το πόδι στην άκρη τα σπασμένα και πήρε στα πόδια του την παλιά γραφομηχανή που είχε αγοράσει από ένα μαγαζί με αντίκες στο στενό με τα παλιατζίδικα πίσω από την κεντρική λεωφόρο. Άρχισε να δαχτυλογραφεί μανιωδώς. Είχε φτάσει στον πάτο. Και ήξερε καλά ότι ήταν γεμάτος σκατά. Το είχε βιώσει στο πετσί του. Είπε να πάρει την κατρακύλα ανάποδα εκείνο το ξημέρωμα, μπας και συμβεί το "θαύμα" και βρεθεί στην επιφάνεια.

Είχε φτάσει μεσημέρι, καμιά εξηνταριά φύλλα ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα με ακατάστατους αριθμούς και άλλα τόσα πάνω στο σπασμένο τραπεζάκι. Πήρε μια σελίδα, έπιασε ένα μολύβι που βρήκε δίπλα στην σπασμένη κούπα και έγραψε με μεγάλα κεφαλαία γράμματα


"ΤΖΑΖ ΚΑΙ ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ Ν"
Ρ. Σ.

Άλλο ένα σημείωμα γλίστρησε κάτω απ'την πόρτα. Τί τον ένοιαζε πια; Αυτός είχε τελειώσει.


You Might Also Like

6 σημειώσεις

  1. ΤΟ ΛΑΤΡΕΨΑ, απλά καταπληκτικό.
    Καληνύχτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο..
    Καληνύχτα out there.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @raimaker's phantom ευχαριστώ πολύ! χαίρομαι που σου άρεσε!

    @nan8iela θα ήθελα κι εγώ να το διαβάσω..που ξερεις μπορεί κάποια στιγμή να εμπνευστώ και να το έχουμε ;) φιλακια*

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μου άρεσε πολύ. Με γέμισε νοσταλγία και μελαγχολία. Ο έρωτας στην εποχή μας είναι σπάνιο πράγμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. @salvabor ωραια ευχή μ'αρεσει :)

    @roadartist σπάνιο πολυ δίκιο έχεις, αλλα αν συμβεί..μαγικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

.

.