Αυτή η Άγνωστη

'Εβλεπε πάντα τα τρένα να περνούν. Ήξερε τις διαδρομές πλέον. Τις ώρες, τους προορισμούς, τις στάσεις.. Ακόμα και τους επιβάτες καμιά φ...

'Εβλεπε πάντα τα τρένα να περνούν. Ήξερε τις διαδρομές πλέον. Τις ώρες, τους προορισμούς, τις στάσεις.. Ακόμα και τους επιβάτες καμιά φορά. Δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Οι ίδιοι άνθρωποι, οι άντρες με το ίδιο πανωφόρι πολλές φορές και οι κυρίες με τις ίδιες τσάντες σφιχτά κρατημένες κάτω από τη δεξιά μασχάλη με το δεξί χέρι στο χερούλι και το άλλο να παίζει με το φερμουάρ νευρικά. Δεν απορούσε πια, ήξερε τις συνήθειες τους. Έβλεπε το χρώμα των μαλλιών τους και ήξερε την πόλη, την ηλικία, το που πηγαίνουν. Καμιά φορά μάλιστα μάντευε και την συντροφιά που τους περίμενε. Ήταν ευχάριστο να μαντεύει ότι τους περιμένει κάποιος στον τελικό τους σταθμό. 


Είχε πάντα δίπλα τον Άρεκ. Έναν καφετί σκύλο με αυτιά που σκούπιζαν το πάτωμα. Την είχε βρει κάποια μέρα με βροχή πριν δύο χρόνια και από τότε δεν έφευγε από δίπλα της. Ήταν δύσκολο να συνηθίσει στην συμβίωση με κάποιον μετά από χρόνια, αλλά τελικά το κατάφερε. Δεν του μίλαγε συχνά, όπως θα περίμενε κανείς. Μερικές φορές απλώς κοιτάζονταν για λίγα λεπτά. Γιατί να του μιλήσει άλλωστε; Αυτό το κάνουν οι άνθρωποι που είναι μόνοι. Μιλούν άλλοτε στον σκύλο ή τη γάτα τους, άλλοτε στους εαυτούς τους, ή στα ντουβάρια πότε-πότε. Δεν ένιωθε μόνη όμως. Δεν ήταν. Δεν ένιωθε ότι είχε υπάρξει ποτέ με συντροφιά για να μπορέσει να προσδιορίσει τον όρο "μοναξιά" χάνοντάς την. Ήξερε όμως ότι κάτι έλειπε. Κι αυτό το βρήκε στον σταθμό. 


Είχε φτιάξει ένα καταφύγιο. Ήταν κρύος ο χειμώνας για να τον αντιμετωπίσει σε ένα παγκάκι, και καυτά τα μεσημέρια του καλοκαιριού για να αντέξει σε ένα παγκάκι. Οι κούτες της είχαν προσφέρει στιγμές οικιακής ειρήνης όπως κανένα ντουβάρι δεν της χάρισε ποτέ. Δεν ζητιάνευε. Δεν είχε κυπελλάκι για ψιλά. Δεν μιλούσε ποτέ στους επιβάτες άλλωστε. Δεν μιλούσε γενικά πολύ. Εκτός από τις δυσάρεστες στιγμές του "Κύριε σας έπεσε 1 ευρώ"  ή "ευχαριστώ, έχω φάει". Και δυνάμωνε λίγο περισσότερο το τρανζίστορ που είχε πλάι της. Δεν καταλαβαίνει ο κόσμος τις ανάγκες του υπόλοιπου κόσμου.. μόνο τις υποθέτει. Ή καμιά φορά τις κατασκευάζει για να μπορεί να ξεστομίζει ένα "καταλαβαίνω.." να κουνάει πάνω-κάτω το κεφάλι και να γίνεται πιστευτός. 


Είχε σπίτι. 
Είχε κρεβάτι. 
Είχε κουζίνα, ποτήρια, μαχαιρο-πίρουνα.
Είχε μπανιέρα. 
Είχε και τζάκι με ξύλα και βιβλιοθήκη.
Είχε τηλέφωνο.
Είχε τηλεόραση. 


Τι την ένοιαζαν όλα αυτά; Δεν ήξερε τι θα πει μοναξιά. Δεν ήταν απ'τους τυχερούς που μπορούσαν να το νιώσουν. Ήξερε τη λέξη. Έβλεπε τη θλίψη στα πρόσωπα των ανθρώπων που περίμεναν καρτερικά το τρένο.. Έστριβε τότε ένα τσιγάρο και προσπαθούσε να μιμηθεί τις εκφράσεις τους.. να μιμηθεί τα συναισθήματα πίσω απ'αυτές. Προσπαθούσε κατά βάθος να μιμηθεί αναμνήσεις. Αυτές που οδήγησαν στην μοναξιά ως βιώσιμη ενέργεια. Άναβε κι άλλο τσιγάρο και δυνάμωνε το ράδιο, που έπαιζε μελωδίες για ανθρώπους που λείπουν και για άλλους που τους λείπουν. Δεν καταλάβαινε. 


Ένα βράδυ πέρασε ένας νεαρός. Τον πρόσεξε να έρχεται προς το μέρος της. Μήνας Ιούνης, αυτή με το σκουφάκι της πάντα και ένα τσιγάρο έτοιμο για χρήση. Είδε προς στιγμήν τα πόδια του να στέκονται δίπλα της. Βρώμικα αθλητικά και ένα φθαρμένο τζιν.
Άναψε το τσιγάρο..
"Γιατί έφυγες;"
"Είναι αργά τι κάνεις έξω;",δεν τον κοίταξε καν.
"Υποσχέθηκες να.."
"Οδηγείς προσεκτικά;"
"Ναι."
...
"Η Ελένη δεν θέλει να σε ξαναδεί.."
"Να μη γυρίζεις στους σταθμούς. Είναι επικίνδυνη η πόλη τη νύχτα."
"Έφυγες.."
"Δεν ήμουν."
Της άφησε ένα τριαντάφυλλο, εκεί δίπλα στον σκύλο, ανάμεσα στα χαρτόκουτα κι έφυγε.
Ένα ζευγάρι τσακωνόταν δεξιά στο βάθος. Παρακολούθησε τη σκηνή μέχρι που άρχισαν να φιλιούνται. 
Ψιθύρισε κάτι νούμερα, και γύρισε απ'την άλλη. Ακούμπησε το μαξιλάρι πάνω στο τριαντάφυλλο. Θα περίμενε να ξεκινήσει το πρώτο δρομολόγιο, να αντικρίσει τους ανθρώπους της. Αυτούς που γνώριζε τόσο καλά χωρίς  όμως να μπορεί να την αγγίξει το παραμικρό που θα τους συνέβαινε. Πέρασε ο καθαριστής και σκούπισε την κάρτα που ήταν πεταμένη πιο δίπλα. Και αυτή, όπως τόσες άλλες 11 χρόνια τώρα, κατέληξε στην ανακύκλωση μαζί με την παράκληση "μαμά γύρνα πίσω". 
Γύρισε πλευρό να μην τον βλέπει και έκλεισε τα μάτια. Μια κόκκινη κηλίδα σχηματίστηκε στο μαξιλάρι, το αγκάθι που εξείχε τρύπησε το αυτί της.
Έμεινε εκεί μετρώντας αντίστροφα, μέχρι το μεγάλο ασπρόμαυρο ρολόι του σταθμού να δείξει 5.20. 

You Might Also Like

2 σημειώσεις

.

.