οι τέσσερις εποχές

Άνοιξε η πόρτα. Ήταν δώδεκα και είκοσι. Πότε δεν άνοιγε πριν τις τέσσερις. Δεν ήξερε γιατί αλλά μύριζε το κακό από μακριά. Μύριζε το αίμα λί...

Άνοιξε η πόρτα. Ήταν δώδεκα και είκοσι. Πότε δεν άνοιγε πριν τις τέσσερις. Δεν ήξερε γιατί αλλά μύριζε το κακό από μακριά. Μύριζε το αίμα λίγο πριν χυθεί. Την ώρα που ερχόταν σε οργασμό εκείνος της έριξε ένα δυνατό χαστούκι. ¨Έσκιψε το κεφάλι. Οι βρισιές δεν την ενοχλούσαν, το ξύλο, οι βιασμοί. Μόνο που της στέρησε την μοναδική ευχαρίστηση. Μόνη της την έβρισκε, τί τον ένοιαζε;¨Ετρεξε να φέρει κάτι να καθαρίσει τον καναπέ. Η μύτη της έτρεχε ακόμα. Δεν την ένοιαζαν τα ρούχα της μόνο το σπίτι. Το σπίτι έπρεπε να είναι καθαρό. Στην εντέλεια. Ήταν ευτυχισμένοι μαζί άλλωστε. Κυρίως τα σαββατοκύριακα που αυτός έλειπε στον ιππόδρομο λίγο έξω από το Οχάιο.
-Τί θα φάω;
-Έφτιαξα κοκκινιστό με πουρ..
-Να τα φας εσύ αυτά τα σκατά.
Μια κίνησή του αρκούσε. Έπρεπε να μαζέψει γρήγορα τα πιάτα και τα φαγητά από το πάτωμα. Ευτυχώς που είχε ξεστρώσει. Ιούνιος, είχε αρκετή ζέστη άλλωστε. Φαντάστηκε τις κόκκινες σάλτσες στο χαλί και χαμογέλασε. Θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα τα πράγματα. Αυτό σκέφτηκε και χαμογέλασε. Της τράβηξε τα μαλλιά και χόρεψε λίγο το κεφάλι της στους ρυθμούς του. Γονάτισε και της υπενθύμισε πόσο ανίκανη είναι, πόσο τυχερή που μένει ακόμα μαζί της. Στήθηκε στα τέσσερα.
-Κάτσε να μαζέψω πρώτα..
-Σκάσε!
Έσκασε. Κουνιόταν μπρος-πίσω και κοιτούσε τις σάλτσες στο πάτωμα. Δεν μπορούσε να βλέπει και το σπασμένο πιάτο στο φαράσι. Έπρεπε να γίνουν όλα σωστά. Κι αν ερχόταν κάποιος επισκέπτης; Η αδερφή της; Οι γονείς της; Τί θα έλεγαν; Έπρεπε να τα μαζέψει. Προσπάθησε να φύγει. Ένιωσε τα μαλλιά της να ξεριζώνονται. Σύρθηκε ξανά προς τα πίσω. Λίγο ακόμα κι έκανε κι εκείνος πίσω ενώ έδενε τη ζώνη του μονολογούσε για τα άλογα, για τα χαρτιά, κάτι που χρώσταγε σ'εκείνους και για τους άλλους.
-Έπαιξα το σπίτι.
-Τί λες;
-Θα το κερδίσω βούλωσ'το.
-Τί λες;
-Κουφάθηκες απ'το γαμήσι; έπαιξα το σπίτι. Θα το κερδίσω όμως.
-Τί λες;
Ενώ σηκωνόταν έφτυσε κάτω και της έκανε νόημα να τα μαζέψει. Έσπρωξε τα σπασμένα με το πόδι του και πήγε προς το σακάκι του. Έβγαλε τα τσιγάρα του. Ενώ εκείνη μάζευε τα κομμάτια από το πιάτο και τον πουρέ έκανε σχέδια με το πανί και το κοκκινιστό στο πάτωμα. Δεν της έδινε σημασία. Στάθηκε στον πάγκο, άναψε ένα μάυρο και κοίταξε προς το μπαλκόνι.
-Αυτό το Σαββατο θα είναι το τυχερό μου. Θα τα πάρω κι απ'αυτόν τον μαλάκα τον Άλμπερτ. Ο γελοίος νομίζει ότι θα κρατήσει το χρυσό ρολόι μου και τα σκουλαρίκια που σου πήρε η μάνα μου όταν σε παντρεύτηκα. Θα τα πουλήσω και θα βγάλω ίσα με 20 κούρσες μέχρι την άλλη Κυριακή. Και μετά.. Θα δω μετά. Μάλλον θα γυρίσω Δευτέρα αργά. Να έχεις μαγειρέψει κάτι να τρώγεται.
Στα αυτιά της έπαιζαν οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι ενώ έκανε σχήματα στο πάτωμα. Είχε αφήσει το πανί και τα έπιανε τώρα όλα με τα χέρια. Θυμήθηκε τότε μικρή στο Ωδείο και το πιάνο που της είχε κάνει δώρο ο θείος της στα 18. Το έσπασε ένα βράδυ ένας τοκογλύφος που είχε έρθει να πάρει πίσω κάτι χρωστούμενα απ'τον Μάηκ. Οι Τέσσερις Εποχές.. πόσο υπέροχες μελωδίες.. Χαμογελούσε.
Γύρισε να δει ότι δεν τον κοιτούσε καν.
-Καριόλα, για μένα τα λέω; Μ'ακούς; της είχε κιόλας αρπάξει το πρόσωπο και την κοίταζε μ'αυτό το βλέμμα σαν έτοιμος να την σκοτώσει. Ξανά. Εκείνη συνέχιζε να χαμογελάει. Την χαστούκισε. Χαμογελούσε ακόμα. Πάλι. Το ίδιο. Οι Τέσσερις εποχές έπαιζαν στο κεφάλι της στην πιο δυνατή ένταση που άντεχε το παλιό πικ-απ που είχαν στο Ωδείο.
Καλοκαίρι.
Φθινόπωρο.
Χειμώνας.
Άνοιξη.
Τέσσερις φορές ήταν αρκετές. Μία στ'αρχίδια. Μία στο δεξί χέρι. Μία στο στόμα και μία στην καρδιά. Δεν χτυπούσε για 'κέινη άλλωστε.. τί την ένοιαζε; Δεν ήξερε να μαγειρεύει καλά, αλλά ήξερε να ξεχωρίζει τα σερβίτσια που έπεφταν στο πάτωμα.
"Κάποιος έπρεπε να τελειώσει σήμερα αγάπη μου, και εμένα δεν με άφησες πριν".
Σηκώθηκε, ίσιωσε το φόρεμά της, έριξε το φαράσι με τα σπασμένα στα σκουπίδια και κοίταξε το πάτωμα.
"Ευτυχώς είναι καλοκαίρι και δεν έχουμε χαλιά".
Άνοιξε το συρτάρι και βρήκε το παλιό γουόκμαν. Έβαλε τα ακουστικά και άφησε την κασέτα να παίζει. Δεν ήταν οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι, αλλά όλα πια τις ακούγονταν σαν τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι.
Αύριο θα καθάριζε. Μπορεί να ερχόταν κάποιος επισκέπτης.

You Might Also Like

2 σημειώσεις

  1. τα σκοτεινά μου διηγήματα κι εγώ σ'ευχαριστούμε πολύ @ziggymars :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

.

.