μια φθαρτή πόλη

Τους είδαν σε ένα καφέ να χαμογελούν ο ένας στον άλλον. Δεν πίστεψε κανένας στα αθώα χαμόγελά τους. Στην αρχή όλοι αναρωτιούνταν τι και ...


Τους είδαν σε ένα καφέ να χαμογελούν ο ένας στον άλλον.

Δεν πίστεψε κανένας στα αθώα χαμόγελά τους. Στην αρχή όλοι αναρωτιούνταν τι και πώς. Τι συνέβαινε; Από πότε; Μέχρι πότε; Γιατί αυτοί; Γιατί τώρα; Με ποιο στόχο; Από που κι ως που; Ήταν όντως απαράδεκτο. Να μην έχει αναφερθεί τίποτα πουθενά! Μα δεν σκέφτονταν τίποτα; Δεν ήταν μόνοι τους! Υπήρχαν άλλοι 2.000.000 άνθρωποι σ'αυτήν πόλη!
Κάθε φορά που συναντούσαν τον έναν ή τον άλλον κανείς δεν τολμούσε να τους μιλήσει γι'αυτό. Γι' Αυτό. Για το Θέμα. Κι, όμως, όλοι μέσα τους καίγονταν να μάθουν αυτό το κάτι παραπάνω. Οι σπίθες έβγαιναν από τα μάτια και τα στόματά τους ενώ τους ρωτούσαν τάχα αδιάφορα για την ώρα, τον καιρό ή το χρηματιστήριο. Κι αφού δεν ήξεραν τίποτα, έπρεπε να δημιουργήσουν Κάτι.

Ο κόσμος άρχισε να στοιχηματίζει κρυφά. Δημιούργησαν λέσχες. Κρυφές, σε υπόγεια διαμερίσματα ή παλιά καφενεία. Έπαιζαν ό,τι λεφτά τους είχαν απομείνει σε στοιχήματα για το τι θα γίνει, αν σταμάτησαν ή όχι. Κι όταν τους τέλειωναν και τα τελευταία κέρματα έπαιζαν ό,τι είχαν πάνω τους. Ρολόγια, βραχιόλια, δαχτυλίδια, ακόμη και εισιτήρια για την Κάρμεν στην λυρική σκηνή - πρώτη θέση - έπαιξε ένα βράδυ μια σικάτη μαντάμ που μπήκε φουριόζα με την λευκή γούνα της στην πλάτη σε μία από τις καλά κρυμμένες λέσχες του κέντρου. Έτρεμαν για το τι θα έδειχναν τα προγνωστικά. Τι θα γινόταν άραγε; Ποιο θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα; Όποιος έπαιζε πίστευε ότι παίζει στο σωστό. Ήξεραν μέσα τους ότι αυτό που πιστεύουν είναι το σίγουρο, το γεγονός, αυτό το δεν-μπορει-να-συμβαινει-κατι-αλλο συναίσθημα ήταν που τους έκανε να χάνουν περιουσίες για ένα μόνο στοίχημα.
Το πάθος που τους κυρίευε γινόταν όλο και πιο έντονο κάθε μέρα που περνούσε και δεν μάθαιναν τίποτα γι'αυτούς. Και όσο το πάθος γινόταν πιο έντονο, τόσο τα λόγια τους φούσκωναν και τα στήθη τους πήγαιναν να σκάσουν από προσμονή που γινόταν αγωνία που γινόταν απελπισία και πολλές φορές πυρετός ή έντονες ταχυκαρδίες. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκε στην πόλη αύξηση των ιατρικών επισκεπτών κατά 45%! Ανήκουστο! Ποιος θα το έλεγε ότι ο Α. και η Β. θα δημιουργούσαν τόσο μεγάλο πρόβλημα με μια μόνο συνάντησή τους.

*

Ο Α. ξύπνησε εκείνο το πρωινό της Κυριακής, όπως κάθε πρωινό Κυριακής.. λίγο αργοπορημένα, πολύ πιο ξεκούραστα από τις άλλες μέρες και με την πιο έντονη διάθεση για καφέ και τσιγάρο. Έφτιαξε έναν εσπρέσο. Άναψε το τσιγάρο του και βγήκε στην εξώπορτα. Έπιασε στα χέρια του τον κυριακάτικο τύπο από το χαλάκι της εξώπορτας και έκλεισε ήρεμα την πόρτα πίσω του. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, ήπιε μια γερή γουλιά εσπρέσο και διάβασε χαμηλόφωνα τους τίτλους του εξωφύλλου. Διάβασε για τις έρευνες στην σελίδα 46. Σοκαρίστηκε. Όσο διάβαζε αναρωτιόταν ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι Α. και Β. που η συνύπαρξή τους έμελλε να έχει τέτοιες συνέπειες για την κοινότητά τους και τι ήταν εντέλει αυτό το τόσο καταστροφικό που έκαναν.

Η Β. ξύπνησε εκείνο το πρωινό της Κυριακής με περισσότερη διάθεση από τις άλλες Κυριακές. Στην ώρα της. Ακριβώς στις 9:00. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και έριξε λίγο νερό στις δύο μικρές γλάστρες που κοσμούσαν το μπαλκόνι της. Άφησε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή και έκλεισε τις κουρτίνες που ανέμιζαν από τον αέρα πίσω της χαϊδεύοντάς της απαλά την πλάτη. Χαμογέλασε ελαφρώς και έπιασε δύο πορτοκάλια από το μεγάλο μπολ στο τραπέζι. Έφτιαξε έναν χυμό, τον ήπιε μονορούφι και κοίταξε για λίγο το κινητό της που στεκόταν απαθές πάνω στον πάγκο δίπλα στο σημειωματάριό της. Σκέφτηκε προς στιγμή όλες τις δουλειές της εβδομάδας και αναστέναξε. Δεν ήταν πολλές. Πήρε στα χέρια της την κυριακάτικη εφημερίδα και άρχιζε να την ξεφυλλίζει. Το βλέμμα της στάθηκε στην σελίδα 46. Ένα άρθρο που μιλούσε για τους Α. και Β. και τις καταστροφικές συνέπειες της συνύπαρξής τους για την κοινότητά.. Απόρησε ποιος θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο κακό, και γιατί; Αλλά κυρίως.. κάνοντας τι ακριβώς, αλήθεια;

Στις 12 παρά 10 ακριβώς, και ενώ ο ήλιος είχε πάρει ήδη περίοπτη και δελεαστική θέση έπιασαν στα χέρια τους το κινητό τους τηλέφωνο. Σχημάτισαν έναν αριθμό. Διαφορετικό. Περίμεναν στο ακουστικό μέχρι μία ψυχρή γυναίκεια φωνή να ειδοποιήσει και τους δύο πως "Ο ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΟΣ". Άφησαν και οι δύο το κινητό τους στο τραπέζι.
Εκείνη την Κυριακή δεν συναντήθηκαν. Η δεύτερή τους συνάντηση έγινε πολλούς μήνες αργότερα εντελώς τυχαία σε μια άλλη πόλη με πολλούς παραπάνω κατοίκους, όπου κανείς δεν τους γνώριζε.






You Might Also Like

2 σημειώσεις

.

.