μου λείπεις

Εσύ Κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας τα σκαλιά. Ζαλιζόμουν. Ήμουν άρρωστη; Τα μαλλιά μου έπεφταν στα μάτια μου, δεν ήθελα να τα αγγίξω. Τα χέρια...

Εσύ
Κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας τα σκαλιά. Ζαλιζόμουν. Ήμουν άρρωστη; Τα μαλλιά μου έπεφταν στα μάτια μου, δεν ήθελα να τα αγγίξω. Τα χέρια μου ήταν πιασμένα. Το μπουφάν μου, η τσάντα μου, το τάμπλετ, το νερό μου. Δεν είχα χρόνο. Μετρούσα τα σκαλιά και όταν έφτανα στο 10 άρχιζα από την αρχή. Ξεχνούσα. Και έρπεπε να φύγω. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, που έμοιαζαν ατελείωτα, αναρωτιόμουν αν κλαίω χωρίς να έχω καταλάβει. Δεν έκλαιγα.

Στην αρχή νόμιζα ότι μου έλειπες εσύ. Έτσι ήταν. Μου έλειπες. Σκέφτηκα να πακετάρω δυο ρούχα και να έρθω στο σπίτι σου. Να σου χτυπήσω την πόρτα και να σου πω "δεν άργησα, ε;". Κι όμως να έχω αργήσει κάποια χρόνια. 


Εκείνη
Έφτασα στην πρώτη πόρτα που χωρίζει την κουζίνα από την έκθεση. Η ανάγκη μου να πετάξω ως το σπίτι με έκανε να προσπεράσω την Α. Η κυρία που καθαρίζει με κράτησε από το χέρι απαλά. Είναι από την Ουκρανία. Δεν ξέρει Αγγλικά και εγώ φυσικά δε μιλάω Ουκρανικά. Με έκανε να χαμογελάσω το πώς από όλους τους ανθρώπους σ' αυτό το μπουρδέλο  μαγαζί επικοινωνώ ουσιαστικά με την Α. Με αγκάλιασε, χαμογέλασε και μου ευχήθηκε καλό δρόμο. Δεν ξεχώρισα τις λέξεις, αλλά το κατάλαβα. Έφυγα.

Ήρθε στο μυαλό μου εκείνη η γαλάζια εικόνα. Πράσινο στη μία άκρη. Στην άλλη δυο λευκά πέτρινα σπιτάκια, ακριβώς στη μύτη και μια άγκυρα δίπλα στον φάρο. Το χωριό μου. Το χωριουδάκι μου. Με κρατούσε στα χέρια γιατί φοβόμουν τη θάλασσα. Το κύμα με έκαιγε, της έλεγα, κι εκείνη γελούσε και με αγκάλιαζε σφυχτά βουτώντας με απαλά απαλά στο νερό. 
Παίρνω μια βαθιά ανάσα και νιώθω τη μυριωδιά της στα ρουθούνια μου. Έχω να την δω ακριβώς 8 χρόνια. Έφυγε χωρίς να καταλαβαίνει πόσα σημαίνει για μένα. Χρειάστηκαν μήνες θεραπείας για να καταλάβω την έλειψη που ένιωθα τόσα χρόνια. Μου έλειπε η μητέρα μου. Η γυναίκα που με αγκάλιαζε και όλα λύνονταν. Η γυναίκα Εκείνη που μου έδωσε πιο πολλή αγάπη από κάθε άνθρωπο που έχω συναντήσει στη ζωή μου μέχρι σήμερα. Γιατί άργησα να το καταλάβω. Γιατί άργησα τόσο να νιώσω την ανάγκη να της φωνάξω πόσο την αγαπώ. 
Τα καλοκαίρια έπαιρνε το γκαζάκι στην αυλή, ένα τηγάνι, δυο αβγά, λίγη φέτα και ντομάτες και γευματίζαμε παρέα. Εκείνη άλοιφε δυο φέτες ψωμί με λάδι, ξίδι, αλάτι και ρίγανη και ήταν ευτυχισμένη. Δε με πίεζε ποτέ να φάω παραπάνω. Δεν είχε να μου δώσει παραπάνω. Όμως μου έδωσε το πιο παραπάνω που μπορεί να δωθεί σε μια ψυχή. 
Με ρώτησαν σε ένα παιχνίδι μια φορά, αν μπορούσες να δειπνίσεις με ένα άτομο στη γη νεκρό ή ζωντανό ποιο θα διάλεγες. Και έβαλα τα κλάματα μόνο στη σκέψη της γιαγιάς μου στην απέναντί καρέκλα. 


Η ζωή μου
Όταν πέρασα την πόρτα του μουσείου, στο πρώτο κιόλας βήμα ανέπνευσα. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του για περίπου 12 δευτερόλεπτα. Ένιωσα ότι κατέρριψα το μεγαλύτερο ρεκόρ. Άρχισα να περπατάω χωρίς να σκέφτομαι το που πηγαίνω. Πήγαινα προς το σπίτι-που-νοικιάζουμε-για-δύο-μήνες. Ανακάλυψα ότι μου λείπει το Σπίτι μου. Το Σπίτι που δεν έχω γνωρίσει ακόμη. Το Σπίτι που δεν έχω φτιάξει. Μου λείπει η ζωή μου. Η ζωή που δεν έχω αποκτήσει ακόμα. Η ζωή που δεν έχω χτίσει. Στις διαβάσεις δε σταματούσα. Τα φανάρια δεν τα πρόσεχα. Κοίταξα τον ορίζοντα και σιγά-σιγά το γκρι και το βυσσινί των κτιρίων γινόταν μπλε σκούρο και πιο ανοιχτό μπλε, μέχρι που έγινε ο ορίζοντας όλος ένα βαθύ γαλάζιο. Ήθελα να πετάξω τα ρούχα μου και να βουτήξω τη μούρη στο νερό!

Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και ήμουν πάλι εκεί. Και στο τραμ, ξανά εκεί. Και στο γειτονικό πάρκο, ξανά εκεί. Μέχρι που άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος. Η Σαββούλα πήδηξε απάνω μου κουνώντας τρελαμένη την ουρά της, πήρε τα δάκρυά μου, που τώρα έτρεχαν πάνω στην μπλούζα μου, και μου θύμισε ότι η αγάπη πάντα, πάντα θα ανοίγει δρόμους στα πιο σκληρά αδιέξοδα. 

Σκέφτηκα τι θα μου έλεγε η γιαγιά μου. 
"Ησύχασε. Να σου βάλω λίγη λεμονάδα;". 
Χαμογέλασα σαν να της έλεγα νοητά "Ναι".















You Might Also Like

0 σημειώσεις

.

.